Η Μετάλλαξη Έψιλον του SARS-CoV-2

Πολύ πρόσφατη έρευνα που δημοσιεύτηκε αρχές Ιουλίου 2021 από Αμερικάνους και Ελβετούς επιστήμονες ρίχνει φως στον μηχανισμό με τον οποίο μεταλλάξεις του ιού SARS-COV-2 μπορούν να αποφεύγουν τα υπάρχοντα εμβόλια. Ο Καθηγητής Οργανικής Χημείας-Φαρμακοχημείας του Τμήματος Χημείας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Γιώργος Κόκοτος, αναφέρει ότι  αποκαλύπτεται ένας πρωτοφανής μηχανισμός σε μοριακό επίπεδο με τον οποίο ο ιός μπορεί να διαφεύγει των υπαρχόντων εμβολίων και ο οποίος σχετίζεται με μεταλλάξεις αμινοξέων της πρωτεΐνης ακίδας (spike protein) του ιού. Οι μεταλλάξεις αυτές ανακαλύφθηκαν σε στέλεχος του ιού που εντοπίστηκε για πρώτη φορά στην Καλιφόρνια, και ονομάζεται μετάλλαξη έψιλον. 

Η πρωτεΐνη ακίδα παίζει σηματικότατο ρόλο για την πρόσδεση του ιού στα ανθρώπινα κύτταρα και την έναρξη της λοίμωξης. Στη μετάλλαξη έψιλον τρία αμινοξέα της πρωτεΐνης ακίδας αντικαθίστανται από διαφορετικά αμινοξέα. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την αλλαγή της δομής της πρωτεΐνης στον χώρο, γεγονός που εμποδίζει πλέον τα αντισώματα να αναγνωρίσουν την πρωτεΐνη. Τελική συνέπεια είναι να μετριάζεται η εξουδετερωτική ισχύς που έχουν τα αντισώματα που έχουν προέλθει είτε από τον εβολιασμό είτε από προηγούμενη λοίμωξη με τον ιό. Τέτοιες μεταλλάξεις έχουν τη δυνατότητα να αποφεύγουν και ειδικά μονοκλωνικά αντισώματα που χρησιμοποιούνται στην κλινική πράξη ως θεραπευτικά μέσα. Η αλλαγή της δομής της πρωτεΐνης ακίδας στη μετάλλαξη έψιλον διαπιστώθηκε με ηλεκτρονική κρυομικροσκοπία και επιβεβαιώθηκε ο σχηματισμός ενός νέου δισουλφιδικού δεσμού με φασματομετρία μάζας.

Η μετάλλαξη έψιλον χαρακτηρίζεται ως μετάλλαξη ανησυχίας. Εντοπίστηκε πρώτη φορά στην Καλιφόρνια από τα τέλη του 2020 (σήμερα έχουν εντοπιστεί περίπου 46.000 κρούματα 
στις ΗΠΑ) και έχει εξαπλωθεί σε 34 άλλες χώρες (σε μικρό αριθμό κρουσμάτων μέχρι στιγμής).

Η κατανόηση του μηχανισμού με τον οποίο μεταλλάξεις έχουν τη δυνάτητα να μετριάζουν λίγο ή πολύ την προστατευτική δράση των αντισωμάτων προβάλλει και υπογραμίζει την αναγκαιότητα αφενός της συνεχούς εγρήγορσης για την νόσο COVID-19 και αφετέρου της ανάπτυξης φαρμάκου που θα αντιμετωπίζει αποτελεσματικά τη νόσο σκοτώνοντας τον ιό στο αρχικό του στάδιο.


Eξουδετερωτικά αντισώματα έναντι του μεταλλαγμένου στελέχους Δέλτα του SARS-CoV-2 ανιχνεύονται σε όλους τους εμβολιασμένους με mRNA εμβόλια και στο 80% των ασθενών μετά από συμπτωματική λοίμωξη COVID-19

Η καταγραφή της ανοσιακής προστασίας μετά από εμβολιασμό ή συμπτωματική λοίμωξη COVID-19 (φυσική ανοσία) είναι εξαιρετικά σημαντική, ιδιαίτερα μετά την εξάπλωση νέων μεταλλαγμένων στελεχών του SARS-CoV-2. Τελευταία, έχει δημιουργηθεί ανησυχία στην κοινωνία για το αν κάποιος που εμβολιάστηκε έναντι του SARS-CoV-2 ή κάποιος που νόσησε από τον ιό έχει προστασία έναντι του μεταλλαγμένου στελέχους Δέλτα.

Πρόσφατη δημοσίευση στο διεθνές περιοδικό υψηλού κύρους New England Journal of Medicine (https://www.nejm.org/doi/full/10.1056/NEJMc2107799) αναφέρεται στην παραγωγή εξουδετερωτικών αντισωμάτων έναντι των μεταλλάξεων B.1.617.1 (κάπα) και B.1.617.2 (δέλτα) του SARS-CoV-2 σε εμβολιασμένους και σε άτομα που νόσησαν από τον κορονοϊό. Οι παραπάνω παραλλαγές του ιού εντοπίστηκαν για πρώτη φορά στην Ινδία και εξαπλώθηκαν γρήγορα σε πολλές χώρες σε όλο τον κόσμο. Αυτές οι παραλλαγές περιέχουν μεταλλάξεις εντός της πρωτεΐνης ακίδας και βρίσκονται σε θέσεις που αναγνωρίζονται από αντισώματα με ισχυρή εξουδετερωτική ικανότητα. Οι Καθηγητές της Θεραπευτικής Κλινικής της Ιατρικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Ευάγγελος Τέρπος και Θάνος Δημόπουλος (Πρύτανης ΕΚΠΑ) συνοψίζουν τα σημαντικότερα αποτελέσματα της μελέτης.

Τα εξουδετερωτικά αντισώματα έναντι του κλασσικού στελέχους της Wuhan (WA1/2020) καθώς και έναντι μεταλλαγμένου στελέχους Δέλτα του ιού μετρήθηκαν σε 24 άτομα που είχαν νοσήσει από Covid-19 (1-3 μήνες μετά την έναρξη των συμπτωμάτων), και σε 25 άτομα που είχαν λάβει  mRNA εμβόλιο (15 είχαν λάβει το mRNA-1273 της Moderna, 35-51 ημέρες μετά τη δεύτερη δόση, και 10 είχαν λάβει το εμβόλιο BNT162b2 των Pfizer/BioNTech, 7-27 ημέρες μετά τη δεύτερη δόση). 

Όλα τα δείγματα από εμβολιασμένα άτομα και αναρρώσαντες από COVID-19 εμφάνισαν λιγότερη εξουδετερωτική δραστικότητα έναντι των παραλλαγών Β.1.617.1 και Β.1.617.2 από ότι έναντι του αρχικού στελέχους WA1/2020. Ωστόσο κανένα από τα εμβολιασμένα άτομα δεν παρουσίασε έλλειψη εξουδετερωτικών αντισωμάτων έναντι κάποιας παραλλαγής του ιού, κάτι που εμφανίστηκε σε 5 αναρρώσαντες από την COVID-19. Συνολικά, η μετάλλαξη Β.1.617.1 ήταν 6.8 φορές λιγότερο ευαίσθητη και η Β.1.617.2 ήταν 2.9 φορές λιγότερο ευαίσθητη, σε εξουδετέρωση από ορό από εμβολιασθέντες και άτομα που είχαν αναρρώσει από COVID-19, σε σχέση με το αρχικό στέλεχος του ιού WA1/2020. Παρά ταύτα, όλοι οι εμβολιασθέντες και περίπου το 80% όσων είχαν αναρρώσει από COVID-19 είχαν ανιχνεύσιμη εξουδετερωτική δραστηριότητα (πάνω από το όριο θετικότητος για τα εξουδετερωτικά αντισώματα) και για τις δύο ινδικές παραλλαγές του ιού, έως 3 μήνες μετά τη δεύτερη δόση εμβολίου ή τα πρώτα συμπτώματα της COVID-19, αντίστοιχα. 

Τα αποτελέσματα της μελέτης δείχνουν ότι η προστατευτική ανοσία που παρέχεται από τα εμβόλια mRNA διατηρείται σε υψηλό ποσοστά έναντι των ινδικών παραλλαγών του ιού Β.1.617.1 και Β.1.617.2. Έτσι επιβεβαιώνεται η σημασία που έχει ο εμβολιασμός ώστε να αντιμετωπίσουμε τη μετάλλαξη δέλτα που έχει αρχίζει να εμφανίζεται ήδη και στη χώρα μας.