
Η πανδημία COVID-19 άσκησε πρωτοφανή πίεση στα συστήματα υγείας παγκοσμίως, επηρεάζοντας όχι μόνο τη διαχείριση της λοίμωξης από COVID-19, αλλά και τη φροντίδα χρόνιων και σοβαρών νοσημάτων, όπως ο καρκίνος. Κατά τη διάρκεια των ετών 2020 και 2021 παρατηρήθηκαν εκτεταμένες καθυστερήσεις στον προσυμπτωματικό έλεγχο (screening), στη διάγνωση, στη σταδιοποίηση και στην έγκαιρη έναρξη αντικαρκινικής θεραπείας. Το κρίσιμο ερώτημα είναι κατά πόσο αυτές οι καθυστερήσεις είχαν μετρήσιμο αντίκτυπο στην επιβίωση των ασθενών.
Οι ιογενείς λοιμώξεις και ιδίως αυτές του αναπνευστικού συστήματος όπως είναι η γρίπη, η λοίμωξη από τον αναπνευστικό συγκυτιακό ιο (RSV) και τα τελευταία χρόνια η COVID-19 προκαλούν σημαντική νοσηρότητα στον πληθυσμό.
Η διατροφή μετά τη διάγνωση καρκίνου δεν επηρεάζει μόνο την ποιότητα ζωής, αλλά φαίνεται πως μπορεί να παίξει καθοριστικό ρόλο και στη μακροχρόνια επιβίωση. Νέα επιστημονικά δεδομένα δείχνουν ότι η συχνή κατανάλωση υπερεπεξεργασμένων τροφίμων συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο θανάτου, τόσο συνολικά όσο και ειδικά από καρκίνο, ακόμη και όταν η συνολική ποιότητα της διατροφής θεωρείται καλή.
Η νεοεπικουρική (εισαγωγική) θεραπεία αναφέρεται στη χορήγηση συστηματικών θεραπειών –όπως χημειοθεραπεία, ανοσοθεραπεία ή ορμονοθεραπεία– πριν από τη χειρουργική επέμβαση, με στόχο τη μείωση του όγκου, τη βελτίωση της χειρουργικής αντιμετώπισης και την αξιολόγηση της ανταπόκρισης του καρκίνου στη φαρμακευτική αγωγή.
Για δεκαετίες, η ασπιρίνη θεωρούνταν ένα «θαυματουργό» φάρμακο: φθηνή, εύκολα προσβάσιμη και με πιθανές προστατευτικές ιδιότητες όχι μόνο για την καρδιά αλλά και για τον καρκίνο. Παλαιότερες μελέτες, κυρίως σε άτομα μέσης ηλικίας, είχαν δείξει ότι η μακροχρόνια λήψη χαμηλής δόσης ασπιρίνης θα μπορούσε να μειώσει τον κίνδυνο εμφάνισης ορισμένων μορφών καρκίνου, ιδιαίτερα του καρκίνου του παχέος εντέρου, μετά από 10 ή περισσότερα χρόνια χρήσης. Ωστόσο, τι ισχύει για τους ηλικιωμένους;