
Η πανδημία COVID-19 άσκησε πρωτοφανή πίεση στα συστήματα υγείας παγκοσμίως, επηρεάζοντας όχι μόνο τη διαχείριση της λοίμωξης από COVID-19, αλλά και τη φροντίδα χρόνιων και σοβαρών νοσημάτων, όπως ο καρκίνος. Κατά τη διάρκεια των ετών 2020 και 2021 παρατηρήθηκαν εκτεταμένες καθυστερήσεις στον προσυμπτωματικό έλεγχο (screening), στη διάγνωση, στη σταδιοποίηση και στην έγκαιρη έναρξη αντικαρκινικής θεραπείας. Το κρίσιμο ερώτημα είναι κατά πόσο αυτές οι καθυστερήσεις είχαν μετρήσιμο αντίκτυπο στην επιβίωση των ασθενών.
Οι ιογενείς λοιμώξεις και ιδίως αυτές του αναπνευστικού συστήματος όπως είναι η γρίπη, η λοίμωξη από τον αναπνευστικό συγκυτιακό ιο (RSV) και τα τελευταία χρόνια η COVID-19 προκαλούν σημαντική νοσηρότητα στον πληθυσμό.
Τα τελευταία χρόνια η διαλειμματική νηστεία και τα διάφορα μοντέλα χρονικά περιορισμένης σίτισης έχουν κερδίσει ολοένα και μεγαλύτερη δημοτικότητα, τόσο στον επιστημονικό χώρο όσο και στο ευρύ κοινό. Πολλοί άνθρωποι αναζητούν απλές, εφαρμόσιμες παρεμβάσεις που μπορούν να βελτιώσουν την καρδιομεταβολική τους υγεία χωρίς πολύπλοκες δίαιτες ή εξαντλητικά προγράμματα.
Μια σημαντική επιστημονική εξέλιξη φέρνει νέες ελπίδες στη μάχη κατά του μελανώματος, της πιο θανατηφόρας μορφής καρκίνου του δέρματος. Σύμφωνα με πρόσφατα πενταετή δεδομένα από κλινική μελέτη, ένα εξατομικευμένο αντικαρκινικό εμβόλιο mRNA, όταν συνδυάζεται με ανοσοθεραπεία, μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο υποτροπής ή θανάτου κατά 49% σε ασθενείς υψηλού κινδύνου.
Η διατροφή μετά τη διάγνωση καρκίνου δεν επηρεάζει μόνο την ποιότητα ζωής, αλλά φαίνεται πως μπορεί να παίξει καθοριστικό ρόλο και στη μακροχρόνια επιβίωση. Νέα επιστημονικά δεδομένα δείχνουν ότι η συχνή κατανάλωση υπερεπεξεργασμένων τροφίμων συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο θανάτου, τόσο συνολικά όσο και ειδικά από καρκίνο, ακόμη και όταν η συνολική ποιότητα της διατροφής θεωρείται καλή.