
Η πανδημία COVID-19 άσκησε πρωτοφανή πίεση στα συστήματα υγείας παγκοσμίως, επηρεάζοντας όχι μόνο τη διαχείριση της λοίμωξης από COVID-19, αλλά και τη φροντίδα χρόνιων και σοβαρών νοσημάτων, όπως ο καρκίνος. Κατά τη διάρκεια των ετών 2020 και 2021 παρατηρήθηκαν εκτεταμένες καθυστερήσεις στον προσυμπτωματικό έλεγχο (screening), στη διάγνωση, στη σταδιοποίηση και στην έγκαιρη έναρξη αντικαρκινικής θεραπείας. Το κρίσιμο ερώτημα είναι κατά πόσο αυτές οι καθυστερήσεις είχαν μετρήσιμο αντίκτυπο στην επιβίωση των ασθενών.
Οι ιογενείς λοιμώξεις και ιδίως αυτές του αναπνευστικού συστήματος όπως είναι η γρίπη, η λοίμωξη από τον αναπνευστικό συγκυτιακό ιο (RSV) και τα τελευταία χρόνια η COVID-19 προκαλούν σημαντική νοσηρότητα στον πληθυσμό.
Σύμφωνα με άρθρο που δημοσιεύθηκε πρόσφατα στο έγκριτο περιοδικό New England Journal of Medicine, οι αγωνιστές του υποδοχέα GLP-1 αναδεικνύονται σε μία από τις σημαντικότερες εξελίξεις των τελευταίων ετών για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας και του σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2.
Ο καρκίνος των ωοθηκών παραμένει μία από τις πιο επιθετικές και δύσκολες στη θεραπεία γυναικολογικές κακοήθειες, καθώς συχνά διαγιγνώσκεται σε προχωρημένα στάδια. Παρά τις σημαντικές εξελίξεις στη θεραπευτική αντιμετώπιση, η ανάγκη για αποτελεσματικές στρατηγικές πρόληψης και έγκαιρης διάγνωσης παραμένει επιτακτική.
Η ανδρογονική στέρηση παραμένει βασικός θεραπευτικός άξονας στον τοπικά προχωρημένο και μεταστατικό καρκίνο του προστάτη, με κύριο στόχο την επίτευξη πολύ χαμηλών επιπέδων τεστοστερόνης. Η συνήθης πρακτική βασίζεται στους αγωνιστές της εκλυτικής ορμόνης των γοναδοτροπινών (LHRH agonists), οι οποίοι καταστέλλουν αποτελεσματικά την παραγωγή ανδρογόνων, αλλά συνοδεύονται από σημαντικές ανεπιθύμητες ενέργειες.