
Η μονοκλωνική γαμμαπάθεια αδιευκρίνιστης σημασίας, γνωστή ως MGUS, είναι μια σχετικά συχνή κατάσταση του αίματος που συνήθως δεν προκαλεί συμπτώματα, αλλά παρακολουθείται από τους γιατρούς επειδή σε ένα μικρό ποσοστό ανθρώπων μπορεί με τα χρόνια να εξελιχθεί σε σοβαρότερα νοσήματα, όπως το πολλαπλούν μυέλωμα ή άλλες λεμφοϋπερπλαστικές διαταραχές.
Η πανδημία COVID-19 άσκησε πρωτοφανή πίεση στα συστήματα υγείας παγκοσμίως, επηρεάζοντας όχι μόνο τη διαχείριση της λοίμωξης από COVID-19, αλλά και τη φροντίδα χρόνιων και σοβαρών νοσημάτων, όπως ο καρκίνος. Κατά τη διάρκεια των ετών 2020 και 2021 παρατηρήθηκαν εκτεταμένες καθυστερήσεις στον προσυμπτωματικό έλεγχο (screening), στη διάγνωση, στη σταδιοποίηση και στην έγκαιρη έναρξη αντικαρκινικής θεραπείας. Το κρίσιμο ερώτημα είναι κατά πόσο αυτές οι καθυστερήσεις είχαν μετρήσιμο αντίκτυπο στην επιβίωση των ασθενών.
Οι ιογενείς λοιμώξεις και ιδίως αυτές του αναπνευστικού συστήματος όπως είναι η γρίπη, η λοίμωξη από τον αναπνευστικό συγκυτιακό ιο (RSV) και τα τελευταία χρόνια η COVID-19 προκαλούν σημαντική νοσηρότητα στον πληθυσμό.
Τα φάρμακα της κατηγορίας GLP-1 έχουν γίνει ευρέως γνωστά τα τελευταία χρόνια κυρίως για τη χρήση τους στον σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και στην παχυσαρκία. Ωστόσο, η επιστημονική έρευνα αρχίζει να αποκαλύπτει ότι η δράση τους ίσως δεν περιορίζεται μόνο στον μεταβολισμό και στο σωματικό βάρος.
Στο Αμερικάνικο Συνέδριο Ογκολογίας (ASCO 2026) ανακοινώθηκαν τα αποτελέσματα της μελέτης φάσης III TALAPRO-3 που αξιολογεί την προσθήκη του PARP αναστολέα talazoparib στο νεότερο αντιανδρογόνο ενζαλουταμίδη και στον κλασικό ανδρογονικό αποκλεισμό (ADT) σε ασθενείς με μεταστατικό ορμονοευαίσθητο καρκίνο του προστάτη με μεταλλάξεις στα γονίδια επιδιόρθωσης του ομόλογου ανασυνδυασμού του DNA.
Στο Αμερικανικό Συνέδριο Ογκολογίας (ASCO) 2026 παρουσιάστηκαν τα θετικά αποτελέσματα ενός νέου φαρμάκου του gedatolisib στην αντιμετώπιση του μεταστατικού ορμονοευαίσθητου, HER2-αρνητικού καρκίνου του μαστού.