
Η μονοκλωνική γαμμαπάθεια αδιευκρίνιστης σημασίας, γνωστή ως MGUS, είναι μια σχετικά συχνή κατάσταση του αίματος που συνήθως δεν προκαλεί συμπτώματα, αλλά παρακολουθείται από τους γιατρούς επειδή σε ένα μικρό ποσοστό ανθρώπων μπορεί με τα χρόνια να εξελιχθεί σε σοβαρότερα νοσήματα, όπως το πολλαπλούν μυέλωμα ή άλλες λεμφοϋπερπλαστικές διαταραχές.
Η πανδημία COVID-19 άσκησε πρωτοφανή πίεση στα συστήματα υγείας παγκοσμίως, επηρεάζοντας όχι μόνο τη διαχείριση της λοίμωξης από COVID-19, αλλά και τη φροντίδα χρόνιων και σοβαρών νοσημάτων, όπως ο καρκίνος. Κατά τη διάρκεια των ετών 2020 και 2021 παρατηρήθηκαν εκτεταμένες καθυστερήσεις στον προσυμπτωματικό έλεγχο (screening), στη διάγνωση, στη σταδιοποίηση και στην έγκαιρη έναρξη αντικαρκινικής θεραπείας. Το κρίσιμο ερώτημα είναι κατά πόσο αυτές οι καθυστερήσεις είχαν μετρήσιμο αντίκτυπο στην επιβίωση των ασθενών.
Οι ιογενείς λοιμώξεις και ιδίως αυτές του αναπνευστικού συστήματος όπως είναι η γρίπη, η λοίμωξη από τον αναπνευστικό συγκυτιακό ιο (RSV) και τα τελευταία χρόνια η COVID-19 προκαλούν σημαντική νοσηρότητα στον πληθυσμό.
Στο Αμερικανικό Συνέδριο Ογκολογίας (ASCO) 2026 παρουσιάστηκαν τα θετικά αποτελέσματα ενός νέου φαρμάκου του gedatolisib στην αντιμετώπιση του μεταστατικού ορμονοευαίσθητου, HER2-αρνητικού καρκίνου του μαστού.
Αρχικά ανακοινώθηκαν τα αποτελέσματα της μελέτης LIBRETTO-432 μίας μελέτης φάσης 3 που αλλάζει την επικουρική θεραπεία στον πρώιμο μη μικροκυτταρικό καρκίνο των πνευμόνων που φέρουν αναδιατάξεις του γονιδίου RET. Ο Θάνος Δημόπουλος (Καθηγητής Θεραπευτικής – Ογκολογίας – Αιματολογίας, Διευθυντής Θεραπευτικής Κλινικής, Νοσοκομείο «Αλεξάνδρα», τ. Πρύτανης ΕΚΠΑ) και η Δρ. Αγγελική Ανδρικοπούλου αναφέρουν ότι πρόκειται για την μελέτη του RET αναστολέα selpercatinib που λειτουργεί αναστέλλοντας την ενεργοποιημένη κινάση RET και τα επαγόμενα σηματοδοτικά μονοπάτια τα οποία οδηγούν σε ογκογένεση και ανεξέλεγκτο κυτταρικό πολλαπλασιασμό.
Μέχρι πρόσφατα, όταν μιλούσαμε για άσκηση και καρκίνο, τη βλέπαμε κυρίως ως έναν τρόπο να βελτιωθεί η καθημερινότητα του ασθενούς — όχι απαραίτητα ως κάτι που θα μπορούσε να επηρεάσει την ίδια την πορεία της νόσου. Υπήρχαν επίσης πολλές ενδείξεις ότι οι πιο δραστήριοι άνθρωποι εμφάνιζαν λιγότερους καρκίνους και ότι όσοι ασκούνταν μετά τη διάγνωση ζούσαν περισσότερο. Οι δραστήριοι άνθρωποι συχνά τρώνε καλύτερα, καπνίζουν λιγότερο, έχουν χαμηλότερο βάρος και γενικά καλύτερη υγεία. Άρα, ήταν δύσκολο να αποδειχθεί αν η ίδια η άσκηση άλλαζε πραγματικά την πορεία της νόσου.