
Η πανδημία COVID-19 άσκησε πρωτοφανή πίεση στα συστήματα υγείας παγκοσμίως, επηρεάζοντας όχι μόνο τη διαχείριση της λοίμωξης από COVID-19, αλλά και τη φροντίδα χρόνιων και σοβαρών νοσημάτων, όπως ο καρκίνος. Κατά τη διάρκεια των ετών 2020 και 2021 παρατηρήθηκαν εκτεταμένες καθυστερήσεις στον προσυμπτωματικό έλεγχο (screening), στη διάγνωση, στη σταδιοποίηση και στην έγκαιρη έναρξη αντικαρκινικής θεραπείας. Το κρίσιμο ερώτημα είναι κατά πόσο αυτές οι καθυστερήσεις είχαν μετρήσιμο αντίκτυπο στην επιβίωση των ασθενών.
Οι ιογενείς λοιμώξεις και ιδίως αυτές του αναπνευστικού συστήματος όπως είναι η γρίπη, η λοίμωξη από τον αναπνευστικό συγκυτιακό ιο (RSV) και τα τελευταία χρόνια η COVID-19 προκαλούν σημαντική νοσηρότητα στον πληθυσμό.
Ο καρκίνος των ωοθηκών παραμένει μία από τις πιο επιθετικές και δύσκολες στη θεραπεία γυναικολογικές κακοήθειες, καθώς συχνά διαγιγνώσκεται σε προχωρημένα στάδια. Παρά τις σημαντικές εξελίξεις στη θεραπευτική αντιμετώπιση, η ανάγκη για αποτελεσματικές στρατηγικές πρόληψης και έγκαιρης διάγνωσης παραμένει επιτακτική.
Η ανδρογονική στέρηση παραμένει βασικός θεραπευτικός άξονας στον τοπικά προχωρημένο και μεταστατικό καρκίνο του προστάτη, με κύριο στόχο την επίτευξη πολύ χαμηλών επιπέδων τεστοστερόνης. Η συνήθης πρακτική βασίζεται στους αγωνιστές της εκλυτικής ορμόνης των γοναδοτροπινών (LHRH agonists), οι οποίοι καταστέλλουν αποτελεσματικά την παραγωγή ανδρογόνων, αλλά συνοδεύονται από σημαντικές ανεπιθύμητες ενέργειες.
Τα τελευταία χρόνια η επιστήμη έχει αρχίσει να βλέπει το ανθρώπινο μικροβίωμα με εντελώς διαφορετικό τρόπο. Δεν θεωρείται πλέον απλώς ένα σύνολο «καλών» μικροβίων που ζουν στο έντερο και βοηθούν την πέψη, αλλά ένα τεράστιο και δυναμικό οικοσύστημα που επηρεάζει σε βάθος τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί ο οργανισμός μας.