ΠΡΟΣΥΜΠΤΩΜΑΤΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΚΑΡΚΙΝΟΥ ΤΟΥ ΜΑΣΤΟΥ ΜΕ ΤΗ ΧΡΗΣΗ ΨΗΦΙΑΚΗΣ ΤΟΜΟΣΥΝΘΕΣΗΣ

Η διάγνωση του καρκίνου του μαστού σε αρχικά στάδια αποτελεί το σημαντικότερο παράγοντα για τη βέλτιστη αντιμετώπιση και την πρόγνωση των ασθενών. Η ψηφιακή μαστογραφία 2 διαστάσεων αποτελεί την καθιερωμένη κλινική πρακτική προσυμπτωματικού ελέγχου για τη διάγνωση του καρκίνου του μαστού. Η ψηφιακή τομοσύνθεση μαστού δημιουργεί ψευδο-τρισδιάστατα σύνολα δεδομένων του μαστού από τα οποία μπορούν να ανακατασκευαστούν συνθετικές μαστογραφίες. Αυτή η καινοτόμος προσέγγιση μειώνει την πιθανότητα επικάλυψης των ιστών του μαστού που μπορεί να κρύψουν χαρακτηριστικά κακοήθειας. Η πολυκεντρική μελέτη TOSHYMA που δημοσιεύτηκε πρόσφατα, έδειξε ότι η  ψηφιακή τομοσύνθεση μαστού με ανασύνθεση  μαστογραφίας 2 λήψεων είναι υπέρτερη όσον αφορά τη διάγνωση του καρκίνου του μαστού. Οι Καθηγητές της Ιατρικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Φλώρα Ζαγουρή (Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Παθολογικής Ογκολογίας, Νοσοκομείο Αλεξάνδρα), Ευαγγελία Πανουργιά (Λέκτορας Ακτινολογίας, Α’ Εργαστήριο Ακτινολογίας, Νοσοκομείο Αρεταίειο), Γεώργιος Ζωγράφος (Καθηγητής Χειρουργικής, Νοσοκομείο Ιπποκράτειο) και Θάνος Δημόπουλος (Καθηγητής Θεραπευτικής-Αιματολογίας-Ογκολογίας, Νοσοκομείο, Πρύτανης ΕΚΠΑ) συνοψίζουν τα ευρήματα αυτής της μελέτης.

Η μελέτη συμπεριέλαβε 99,689 γυναίκες ηλικίας 50-79 ετών που υπεβλήθησαν είτε σε κλασσική ψηφιακή μαστογραφία είτε σε ψηφιακή τομοσύνθεση μαστού. Το ποσοστό ανίχνευσης καρκίνου ήταν 7.1 ανά 1,000 γυναίκες για την ψηφιακή τομοσύνθεση και 4.8 ανά 1,000 γυναίκες για την ψηφιακή μαστογραφία. Αξίζει να σημειωθεί ότι η ψηφιακή τομοσύνθεση μαστού ήταν υπέρτερη της ψηφιακής μαστογραφίας και όσον αφορά τη διάγνωση καρκίνου αρχικού σταδίου με ποσοστό ανίχνευσης 5.1 έναντι 3 καρκίνων ανά 1,000 γυναίκες. Τα αποτελέσματα από αυτή τη μελέτη υποδεικνύουν ότι το ποσοστό ανίχνευσης για διηθητικό καρκίνο του μαστού ήταν σημαντικά υψηλότερο με την ψηφιακή τομοσύνθεση μαστού με ανασύνθεση από ότι με την ψηφιακή μαστογραφία. Η αξιολόγηση των ποσοστών εμφάνισης καρκίνου στα μεσοδιαστήματα της παρακολούθησης θα βοηθήσει περαιτέρω στη διερεύνηση των σταδιακών μακροπρόθεσμων οφελών του προσυμπτωματικού ελέγχου με ψηφιακή τομοσύνθεση μαστού.


Μελέτη διερευνά τη βαρύτητα της νόσου COVID-19 που προκαλεί το στέλεχος όμικρον και την αποτελεσματικότητα των ενισχυτικών δόσεων του εμβολίου έναντι στη συμπτωματική νόσο

Σε μία πρόσφατη δημοσίευση στο έγκριτο διεθνές περιοδικό The Lancet Infectious Diseases αναφέρεται ότι η επικράτηση του στελέχους όμικρον μείωσε κατά δύο τρίτα τον κίνδυνο νοσηλείας σε σχέση με το προηγούμενο επικρατόν στέλεχος δέλτα. Οι Ιατροί της Θεραπευτικής Κλινικής της Ιατρικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών Θεοδώρα Ψαλτοπούλου, Πάνος Μαλανδράκης, Γιάννης Ντάνασης και Θάνος Δημόπουλος (Πρύτανης ΕΚΠΑ) συνοψίζουν τα σχετικά δεδομένα. Παρόλο που η αναμνηστική δόση παρέχει τη μεγαλύτερη προστασία έναντι του στελέχους δέλτα,  προσφέρει επίσης αυξημένη προστασία και έναντι του στελέχους όμικρον, συγκριτικά με όσους είχαν περάσει 25 εβδομάδες από τη δεύτερη δόση εμβολίου. Σε μία μελέτη του Ηνωμένου Βασιλείου που διενεργήθηκε στο πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου, μεταξύ 1 Νοεμβρίου και 19 Δεκεμβρίου 2021, μελετήθηκε το αποτέλεσμα της λοίμωξης σε ασθενείς που νόσησαν από στέλεχος δέλτα και ασθενείς με στέλεχος όμικρον,  ενώ συμπληρωματικά μελετήθηκε η αποτελεσματικότητα δύο δόσεων εμβολίου 25 εβδομάδες μετά τη δεύτερη  δόση και των ενισχυτικών δόσεων. Η πιθανότητα επαναμόλυνσης με το στέλεχος όμικρον ήταν 10 φορές μεγαλύτερη σε σχέση με το στέλεχος δέλτα (7,6%  έναντι 0,7%). Στους 896 ασθενείς που νοσηλεύτηκαν, οι 95,5% νοσούσαν από στέλεχος δέλτα και μόλις το 1,7% από το στέλεχος όμικρον, ενώ οι ηλικιακές ομάδες ήταν: 6% κάτω των 20 ετών, 22,9% ήταν 20-39 ετών, 44,2% ήταν 40-59 ετών, 26,9% άνω των 60 ετών. Ο αριθμός των νοσηλειών ήταν σημαντικά μικρότερος του αναμενόμενου, με λόγο παρατηρούμενων προς αναμενόμενων νοσηλειών να βρίσκεται στο 0,32. Συγκριτικά με 25 εβδομάδες μετά τη δεύτερη δόση εμβολίου, μία τρίτη δόση συσχετίστηκε με 57% μείωση στην πιθανότητα εμφάνισης συμπτωματικής νόσου με το στέλεχος όμικρον σε όλες τις ηλικιακές ομάδες, αλλά τα αντίστοιχα ποσοστά για το στέλεχος δέλτα άγγιζαν το 88%. Ωστόσο παρά τα ελπιδοφόρα αυτά δεδομένα, οι συγγραφείς σχολιάζουν ότι η αυξημένη μεταδοτικότητα του όμικρον μαζί με τη ικανότητα του να διαφεύγει ως ένα βαθμό του ανοσοποιητικού συστήματος, μπορεί να αντισταθμίζει στην κοινότητα το όποιο όφελος μειωμένων νοσηλειών που παρατηρούνται, ενώ περισσότερα δεδομένα αναμένονται από αντίστοιχες μελέτες άμεσα.

Επίσης δημοσιεύτηκε σε: