Ο Καθηγητής Ιατρικής και Πρύτανης του ΑΠΘ μιλά για τα μέτρα προφύλαξης, την "προσωπική ευθύνη" και την εξέλιξη της επιδημίας.

Ο Καθηγητής Ιατρικής και Πρύτανης του ΑΠΘ μιλά για τα μέτρα προφύλαξης, την "προσωπική ευθύνη" και την εξέλιξη της επιδημίας.
Η πανδημία COVID-19 άσκησε πρωτοφανή πίεση στα συστήματα υγείας παγκοσμίως, επηρεάζοντας όχι μόνο τη διαχείριση της λοίμωξης από COVID-19, αλλά και τη φροντίδα χρόνιων και σοβαρών νοσημάτων, όπως ο καρκίνος. Κατά τη διάρκεια των ετών 2020 και 2021 παρατηρήθηκαν εκτεταμένες καθυστερήσεις στον προσυμπτωματικό έλεγχο (screening), στη διάγνωση, στη σταδιοποίηση και στην έγκαιρη έναρξη αντικαρκινικής θεραπείας. Το κρίσιμο ερώτημα είναι κατά πόσο αυτές οι καθυστερήσεις είχαν μετρήσιμο αντίκτυπο στην επιβίωση των ασθενών.
Οι ιογενείς λοιμώξεις και ιδίως αυτές του αναπνευστικού συστήματος όπως είναι η γρίπη, η λοίμωξη από τον αναπνευστικό συγκυτιακό ιο (RSV) και τα τελευταία χρόνια η COVID-19 προκαλούν σημαντική νοσηρότητα στον πληθυσμό.
Στην καθημερινή ζωή έχουμε μάθει να αντιμετωπίζουμε την ηλικία ως ένα απλό και καθαρό μέτρο. Ένας άνθρωπος είναι 40, 65 ή 86 ετών, άρα υποτίθεται πως μπορούμε εύκολα να συμπεράνουμε τι αντέχει, τι κινδύνους έχει μπροστά του και ποιες αποφάσεις του ταιριάζουν. Όμως η ιατρική πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη. Δύο άνθρωποι με την ίδια ακριβώς χρονολογική ηλικία μπορεί να διαφέρουν εντυπωσιακά στη μνήμη, στη δύναμη, στη λειτουργία της καρδιάς και των αγγείων, στον μεταβολισμό και στη συνολική αντοχή του οργανισμού τους.
Σύμφωνα με άρθρο που δημοσιεύθηκε πρόσφατα στο έγκριτο περιοδικό New England Journal of Medicine, οι αγωνιστές του υποδοχέα GLP-1 αναδεικνύονται σε μία από τις σημαντικότερες εξελίξεις των τελευταίων ετών για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας και του σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2.
Ο καρκίνος των ωοθηκών παραμένει μία από τις πιο επιθετικές και δύσκολες στη θεραπεία γυναικολογικές κακοήθειες, καθώς συχνά διαγιγνώσκεται σε προχωρημένα στάδια. Παρά τις σημαντικές εξελίξεις στη θεραπευτική αντιμετώπιση, η ανάγκη για αποτελεσματικές στρατηγικές πρόληψης και έγκαιρης διάγνωσης παραμένει επιτακτική.